amante
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- amante < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου amant
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈmɑ̃t/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : a‐mante
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]amante (fr) θηλυκό (αρσενικό amant)
- η ερωμένη
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]amante (fr)
Απόγονοι
[επεξεργασία]amante (γαλλικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- amante - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé