analık

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

analık < ana (μητέρα) + -lık

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

analık (tr)