Μετάβαση στο περιεχόμενο

ancre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ancre ancres

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ancre < παλαιά γαλλική ancre < λατινική ancora

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɑ̃kʁ/
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ancre (fr) θηλυκό

  • (ναυτικός όρος) η άγκυρα
    παράδειγμα Le navire a jeté l'ancre dans la baie pour passer la nuit.
         Το πλοίο έριξε άγκυρα στον κόλπο για να περάσει τη νύχτα.