ancre
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ancre | ancres |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ancre < παλαιά γαλλική ancre < λατινική ancora
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ancre (fr) θηλυκό
- (ναυτικός όρος) η άγκυρα
Le navire a jeté l'ancre dans la baie pour passer la nuit.
Το πλοίο έριξε άγκυρα στον κόλπο για να περάσει τη νύχτα.