apenas

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) []

Open book 01.svg Επίρρημα[]

apenas (pt)

  1. μόλις τώρα (λέγεται για κάτι που συνέβη τώρα μόλις)