apenas

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

apenas (pt)

  • μόλις τώρα (λέγεται για κάτι που συνέβη τώρα μόλις)