begegnen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

begegnen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

begegnen (de) jdm. (παρατατικός: begegnete, παθ. μτχ.: begegnet)

  • αντικρίζω
    Die Frau begegnete dem Tod in seiner erschreckendsten Form! - Η γυναίκα αντίκρισε τον θάνατο στην πιο τρομακτική του μορφή!