Μετάβαση στο περιεχόμενο

besonders

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

besonders (de)

  • ιδιαίτερα
    diese Straße ist besonders gefährlich - αυτός ο δρόμος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος