Μετάβαση στο περιεχόμενο

bob

Από Βικιλεξικό

Αρωμουνικά (βλάχικα) (roa-rup)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bob < πρωτοσλαβική *bobъ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbó.bŭ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bob (roa-rup) ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αλλόγλωσσα παράγωγα

[επεξεργασία]
  • bob -  Tiberiu Cunia, Dictsiunar a limbãljei armãneascã, 2008, έκδοση 2010 (Λεξικό της αρωμουνικής γλώσσας) αρωμουνικά, με μεταφράσεις στα αγγλικά, γαλλικά και ρουμανικά. Στο DiXi online από το 2014
  • Κωνσταντίνος Νικολαΐδης, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλάχικης Γλώσσης, εκδ. Σακελλαρίου, Αθήνα 1909, σελ. 323, λήμμα μπόμπου.


Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bob (ro)