cérébral
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- cérébral < λατινική cerebralis
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /se.ʁe.bʁal/
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | cérébral | cérébraux |
| θηλυκό | cérébrale | cérébrales |
cérébral (fr)