córner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

córner (es) αρσενικό

  1. (αθλητισμός) το κόρνερ

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

córner (pt) αρσενικό

  1. (αθλητισμός) το κόρνερ