celulóza

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

celulóza (cs) θηλυκό

  1. η κυτταρίνη