château
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]τυπογραφικός συλλαβισμός : châ‐teau
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| château | châteaux |
château (fr) αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- château - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- château - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online