cheveu
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- cheveu < (κληρονομημένο) μέση γαλλική cheveu < παλαιά γαλλική cheveu, chevol < λατινική capillus (τρίχα)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʃəˈvø/ (Νότια γαλλική προφορά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : che‐veu
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| cheveu | cheveux |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cheveu (fr) αρσενικό
- τρίχα (που φυτρώνει στο ανθρώπινο κεφάλι)
Il y a un cheveu dans ma soupe !
Υπάρχει μια τρίχα στη σούπα μου!
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- cheveu - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- cheveu - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- cheveu - 9e édition (1992-), 9η έκδοση Dictionnaire de l’Académie française [Λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας] (στα γαλλικά - διαθέσιμες όλες οι εκδόσεις - abréviations)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση γαλλική (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση γαλλική (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Αργκό (νέα ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (γαλλικά)