Μετάβαση στο περιεχόμενο

cheveu

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
cheveu < (κληρονομημένο) μέση γαλλική cheveu < παλαιά γαλλική cheveu, chevol < λατινική capillus (τρίχα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʃə.vø/ και /ʃfø/
ⓘ 
ΔΦΑ : /ʃəˈvø/ (Νότια γαλλική προφορά)
τυπογραφικός συλλαβισμός : che‐veu
ενικός πληθυντικός
cheveu cheveux

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cheveu (fr) αρσενικό

  • τρίχα (που φυτρώνει στο ανθρώπινο κεφάλι)
    παράδειγμα Il y a un cheveu dans ma soupe !
         Υπάρχει μια τρίχα στη σούπα μου!

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]