ciągłość

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ciągłość (pl) θηλυκό

  1. η συνέχεια, η έλλειψη διακοπής
  2. (μαθηματικά) η συνέχεια, ιδιότητα συναρτήσεων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: ciąg