cocher

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Cocher

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cocher (fr) αρσενικό

  1. ηνίοχος

Ρήμα[επεξεργασία]

cocher (fr)

  1. τσεκάρω