Μετάβαση στο περιεχόμενο

colonialiste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

colonialiste (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
colonialiste colonialistes

colonialiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό