compte

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

compte 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

compte (fr), des comptes.

Ομόφωνα[επεξεργασία]

le conte, le comte, il compte.

Il a fait les comptes : έκανε τους λογαριασμούς / τον λογαριασμό.

Il travaille pour le compte de X : δουλεύει για λογαριασμό του Χ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]