davantage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

davantage < d'avantage < de + avantage

Open book 01.svg Επίρρημα[]

davantage (fr)

Cela suffit, il n'en dira pas davantage. Αρκούν αυτά, δεν θα πει περισσότερα.
N'en demande pas davantage. Μη ζητάς περισσότερα.
Ce livre me plaît davantage. Αυτό το βιβλίο μου αρέσει περισσότερο.
N'attends pas davantage. Μην περιμένεις περισσότερο.

Εκφράσεις[]

  • davantage de περισσότεροι/περισσότερες/περισσότερα
Il faut davantage d'enseignants. Χρειάζονται περισσότεροι εκπαιδευτικοί.
  • davantage que περισσότερο από
Ce qu'il fait m'importe davantage que ce qu'il dit. Αυτό που κάνει με ενδιαφέρει περισσότερο από αυτό που λέει.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]