derë

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αλβανικά (sq)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

derë (sq) θηλυκό (οριστικός τύπος dera)

  1. πόρτα