diskutieren

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

diskutieren (de)

  1. συζητώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]