Μετάβαση στο περιεχόμενο

doch

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Docht

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dɔx/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: doch

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]
  • όμως, πλην, αλλά
    παράδειγμα Er hatte Hunger, doch essen wollte er auch nicht.
         Πεινούσε, αλλά δεν ήθελε να φάει.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

doch (de)

  • μάλιστα, δη (εμφατικό), τελικά
    παράδειγμα Die Bauarbeiten wurden doch noch rechtzeitig fertig.
         Τελικά, οι εργασίες κατασκευής ολοκληρώθηκαν ακριβώς στην ώρα τους.

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

doch (de)

  • ναι (ως απάντηση σε μια ερώτηση με άρνηση)
    παράδειγμα Du hast den Ring nicht gekauft, oder? - Doch! (Ich habe ihn gekauft.)
         Δεν αγόρασες το δαχτυλίδι, έτσι; - Ναι! (Το αγόρασα.)

doch (de)

  • οπότε
    παράδειγμα Das Thema gefällt mir nicht, ich gehe dann doch mal etwas früher.
         Δεν μου αρέσει το θέμα, οπότε θα φύγω λίγο νωρίτερα.
    παράδειγμα Geh doch am Besten gleich auch zum Bäcker, dann brauchen wir nachher nicht nochmal los.
         Καλύτερα να περάσεις και από το φούρνο τώρα, για να μην χρειαστεί να ξαναβγούμε αργότερα.