dosiero

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

dosiero < dosier + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dosiero (eo)

  1. ντοσιέ, φάκελος
  2. (πληροφορική) το αρχείο