dreifach

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

dreifach (de)

  1. τριπλός

Επίρρημα[επεξεργασία]

dreifach (de)

  1. τριπλά