eanchainn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σκοτικά γαελικά (gd) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

eanchainn (gd) θηλυκό