einladen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

einladen (de)

er hat die ganze Familie eingeladen - προσκάλεσε όλη την οικογένεια