einsteigen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

einsteigen (de)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]