entschwinden

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

entschwinden (de)

  1. εξαφανίζομαι, χάνομαι
  2. (για τον χρόνο, την ώρα) περνώ