Μετάβαση στο περιεχόμενο

grécky

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

grécky (sk)

  1. ελληνικός
  2. (γλώσσα) τα ελληνικά
    παράδειγμα  Hovoríš po grécky?
    Μιλάς ελληνικά;
  • grécky - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025