gruczoł

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

gruczoł 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gruczoł (pl) αρσενικό

  1. ο αδένας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]