Μετάβαση στο περιεχόμενο

haku

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

haku (eo)

  • προστακτική του ρήματος haki