Μετάβαση στο περιεχόμενο

hast

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : hasst

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /hast/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : hast

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

hast (de)

  • έχεις 2ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της ενεργητικής οριστικής του ρήματος haben
    παράδειγμα Denk dran: Du hast heute Klavierunterricht!
         Μην το ξεχάσεις: Σήμερα έχεις μάθημα πιάνου!