izotop

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

izotop (pl) αρσενικό

  1. (χημεία) (φυσική) το ισότοπο



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

izotop (cs) αρσενικό

  1. (χημεία) (φυσική) το ισότοπο