Μετάβαση στο περιεχόμενο

karesita

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

karesita (eo)

  • αόριστος της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος karesi