kota

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ινδονησιακά (id) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kota (id)

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

kota (pl)

  • kot (pl) στη γενική και την αιτιατική του ενικού