lokal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lokal (pl) αρσενικό

  • κοινή ονομασία για οποιοδήποτε κατάστημα σερβίρει ποτά ή φαγητά