lokal

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lokal (pl) αρσενικό

  1. κοινή ονομασία για οποιοδήποτε κατάστημα σερβίρει ποτά ή φαγητά