Μετάβαση στο περιεχόμενο

lokal

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lokal (pl) αρσενικό

  • κοινή ονομασία για οποιοδήποτε κατάστημα σερβίρει ποτά ή φαγητά