Μετάβαση στο περιεχόμενο

lokumcu

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lokumcu < lokum + -cu

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /lɔ.kum.ˈd͡ʒu/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lokumcu

  1. ο λουκουμτζής, άτομο που κατασκευάζει ή πουλάει λουκούμι

Συγγενικά

[επεξεργασία]