mâchoire
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- mâchoire < (κληρονομημένο) μέση γαλλική maschoire[1] < παλαιά γαλλική maschouere.
- Συγχρονικά αναλύεται σε mâch(er) + -oire.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mɑ.ʃwaʁ/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : mâ‐choire
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mâchoire | mâchoires |
mâchoire (fr) θηλυκό
- (ανατομία) η σιαγόνα, το σαγόνι
- (τεχνολογία) η σιαγόνα (μηχανισμός που ανοιγοκλείνει όπως η γνάθος)
Απόγονοι
[επεξεργασία]mâchoire (γαλλικά)
- ↘ καθαρεύουσα: σιαγών (για μηχανισμό)[2]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ mâchoire - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- ↑ σιαγόνα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- mâchoire - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση γαλλική (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση γαλλική (γαλλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Λέξεις με επίθημα -oire (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Ανατομία (γαλλικά)
- Τεχνολογία (γαλλικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (γαλλικά)
- Ανθρώπινο σώμα (γαλλικά)