maalikunst

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσθονικά (et) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

maalikunst (et)θηλυκό

  1. η ζωγραφική