Μετάβαση στο περιεχόμενο

machina

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
māchinā < *māchănā < δωρική διάλεκτος μᾱχᾰνά (δωρικός τύπος του μηχᾰνή).

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

māchinā, -ae (la) θηλυκό