machina
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- māchinā < *māchănā < δωρική διάλεκτος μᾱχᾰνά (δωρικός τύπος του μηχᾰνή).
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]māchinā, -ae (la) θηλυκό
- η μηχανή
Πηγές
[επεξεργασία]- machina - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- machina - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.