monopol

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

monopol (pl) αρσενικό

  1. το μονοπώλιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

monopol (cs) αρσενικό

  1. το μονοπώλιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]