natë
Εμφάνιση
Αλβανικά (sq)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- natë < (κληρονομημένο) πρωτοαλβανική *naktā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nókʷts (νύχτα). Συγγενή: νέα ελληνική νύχτα, ιταλική notte.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈna.tə/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : na‐të
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]natë (sq) θηλυκό
- η νύχτα
Natën e mirë!
Καληνύχτα!