necessario

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

necessario (it)

  1. αναγκαίος