nkɔ́ndɔkɔ́

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λινγκάλα (ln) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nkɔ́ndɔkɔ́ (ln)