Μετάβαση στο περιεχόμενο

notita

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

notita (eo)

  • αόριστος της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος noti