Μετάβαση στο περιεχόμενο

odorata

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

odorata (eo)

  • ενεστώτας της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος odori