opór

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

opór (pl) αρσενικό

  1. η αντίσταση, η δημιουργία δυσκολιών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]