ostal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οξιτανικά (oc) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ostal (oc) αρσενικό

  1. το σπίτι