paroxítona
Εμφάνιση
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]paroxítona (pt) θηλυκό (πληθ. paroxítonas) και paroxítono αρσενικό (πληθυντικός paroxítonοs)
paroxítona (pt) θηλυκό (πληθ. paroxítonas) και paroxítono αρσενικό (πληθυντικός paroxítonοs)