Μετάβαση στο περιεχόμενο

paroxítona

Από Βικιλεξικό

Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

paroxítona (pt) θηλυκό (πληθ. paroxítonas) και paroxítono αρσενικό (πληθυντικός paroxítonοs)