Μετάβαση στο περιεχόμενο

pelota

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

pelota (eo)

  • μέλλοντας της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος peli