Μετάβαση στο περιεχόμενο

pendigos

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

pendigos (eo)

  • μέλλοντας του ρήματος pendigi