Μετάβαση στο περιεχόμενο

perdu

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

perdu (eo)

  • προστακτική του ρήματος perdi